
Λοιπόν, αν ψάχνεις για το τυχαίο, σίγουρα θα το βρείς.
Θα είναι στη γωνιά του δρόμου, θα σου κλείνει πρόστυχα το μάτι,
θα είναι στα λόγια ενός φίλου, στο κορμί μια φίλης,
πιθανόν να είναι και μέσα σου, ήδη. Θα σου γνέψει,
θα κουνήσει το φρύδι και θα το καταλάβεις από εκείνο
το συναίσθημα της οικειότητας, απο τη θερμότητα της επιβεβαίωσης.
Συνήθως βέβαια, εγώ το συνάντάω στα παγκάκια. Α, ναι, και περισσότερο
στα πιο απομακρυσμένα, σε αυτά πάνω στα βουνά. Είναι συνήθως μια φράση ή μια μορφή. Είναι εκεί επειδή θέλει
να είναι και ίσως, ποιος ξέρει, επειδή θέλω εγώ να είναι. Μα καλά, ποιος σκέφτηκε
να βάλει παγκάκι στο βουνό? Δηλαδή γιατί σκέφτηκε παγκάκια και όχι παγάκια
ή πατάκια ή πατατάκια? Αμελητέες διαφορές.
Ας ξεκινήσουμε απο αυτό, ποια διεστραμμένη επιφοίτηση
για κάποιου τύπου κοινωνική προσφορά και πρόνοια, τύπου,
ήρθε να συναντήσει τη δική μου ανάγκη να κάτσω και να ρεμβάσω?
Αυτός ο τύπος μας ήξερε, ήξερε κάποιους σαν και μας, ήταν σαν εμάς, ήταν εμείς (ήτανε Μις)?
Λοιπόν, αυτό το παγκάκι, πολύ το αγαπάω. Εχω, πολλές φορές βρει τον εαυτό μου εκεί.
Ξέρεις, στα κλισέ, ποιος είμαι, τι κάνω, γιατί το κάνω, τι θέλω. Και για να πω την αλήθεια, δεν είναι μόνο του.
Είναι κάπως θλιβερό το ξέρω, γιατί χαλάει κάτα μία έννοια το ρομαντισμό του σκηνικού, ξέρεις αυτήν
την απολυτότητα της μονάδας (άσε ρε!) αλλά έχει και άλλο ένα κάπου 7 μέτρα μακρυά. Αλλά πολύ φοβάμαι
ότι είτε έτσι τυχαία είτε επειδή έχουν τσακωθεί είτε επειδή είναι και τα 2 παγκάκια και συνήθως τα παγκάκια
δε μιλάνε, δεν έχουν ανταλλάξει μια κουβέντα εδώ και χρόνια. Το ένα, αυτό που δεν το ξέρω και τόσο καλά,
έχει μάτια επάνω του, παρατηρεί, επιβλέπει. Κάπως αυταρχικά και απρόσκλητα αλλά και
στωικά, με το ύφος κάποιου αρχαίου ψευτοφιλόσοφου.
Το άλλο όμως, αυτό που αγαπάω, είναι λαλίστατο. Τώρα τελευταία ξεκίνησε
να λέει μια ιστορία (δεν είναι κάποιου τύπου αλληγορία αυτό, πραγματικά άρχισε να μιλάει) για 2 ανθρώπους (ή μήπως έναν?).
Λέει για όσα ακούνε κάθε μέρα, για την άβυσσο, για το κουτί, για την καταστροφή, για μια μολότοφ, για το ναυάγιο, για την υπερ-βολή. Λέει όμως και για
το πως τα επεξεργάζονται 2 άνθρωποι (ή μήπως ένας?), όχι τόσο βέβαια για τη διαδικασία αυτή καθ αυτή, όσο για το τι αποτελέσματα δίνει η διαδικασία.
Μη φανταστείς τίποτα σπουδαία συμπεράσματα, κάποιο μεστό απόφθεγμα, κάποιο συμπύκνωμα σοφίας σε μορφή πηχτής κρέμας που μπορείς να το αλείψεις
στα χέρια και στο πρόσωπο και αυτό θα κάνει όλη τη δουλειά.
Πράγματα απλά, περισσότερο σκέψεις αυθόρμητες. Μιλάει για μια γάτα βλοσυρή, για μια νότα κουφή, για έναν πλανήτη που δεν θα σταματήσει ποτέ
να γυρίζει στην ίδια τροχιά. Και ρωτάει, όχι επιτακτικά, με μια κάποια ελαφρότυτα, πόσες φορές θα στρίψει αυτή η σφαίρα?
Και μετά φωνάζει για
να το πιστέψει:
Θα σε εμπιστεύομαι,
Θα σε ερωτεύομαι,
Θα Σ' αγαπώ
Κι ας μη σε ξέρω
Κι ας μην ξέρω που ο δρόμος τραβάει
Θα περιμένω
Το γυαλί στο διαμάντι που κάποτε σπάει.
Γιατι, ξέρω,
πως κάποτε αλλάζει.
δεν μπορεί, διάολε,
πως κάποτε σπάει.
Αυτό το παγκάκι όλο τέτοια μου λέει κάθε φορά που το συναντάω...

